Η κοινωνική διάσταση της πολιτικής μας κρίσης, Η Βραδυνή

Η έννοια της κρίσης βρίσκει άμεση και πλήρη ανταπόκριση στην εικόνα που παρουσιάζει η σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Επενεργεί αρνητικά σε πιθανή προσπάθεια ανάπτυξης ανθρώπινης δραστηριότητας και αγγίζει κάθε πτυχή της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής του τόπου. Αν και είναι καθολική η εκτίμηση περί ολοκληρωτικής κοινωνικής καθίζησης και πολιτικής αποσύνθεσης, εν τούτοις η εκδηλούμενη αντίδραση εκτιμάται ως χλιαρή και άτονη, η δε παθητικότητα πολλές φορές της στάσης ορισμένων, που χαρακτηρίζεται ως έμμεση συγκατάνευση για τα δρώμενα, υπονοεί συγκάλυψη των τυχόν επιπόλαιων και βλαπτικών χειρισμών της εξουσίας, προς εξυπηρέτηση, καθαρά προσωπικών συμφερόντων.

Με αφορμή την παρουσίαση και την ανάλυση του φαινομένου της κρίσης, θεωρήσαμε σκόπιμο να αναφερθούμε στα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του χώρου όπου εμφανίζεται και αναπτύσσεται, δηλαδή της κοινωνίας, της νέας αυτής πραγματικότητας, που η γένεσή της υιοθέτησε ένα νέο τρόπο θεώρησης και αντιμετώπισης της συλλογικής δράσης του ανθρώπου στο χώρο.

Η κοινωνία που πιστεύει στη δύναμη του φυσικού νόμου καταπολεμώντας τη βία και την αυθαιρεσία, με στόχο την εδραίωση της ανθρωπιστικής ιδεολογίας και την επικράτηση υψηλών ιδεωδών, διακρίνεται για την καθολικότητα, την αυτονομία, την αυτοτέλεια, τη διάρκεια και τη μορφή οργάνωσής της (κατάλληλος συμπεριφορισμός, ανάπτυξη ανθρώπινων σχέσεων). Η νόμιμη άσκηση εξουσίας, η οργάνωση παραγωγής και διανομής αγαθών προς κατανάλωση σε περιβάλλον δικαίου και αμοιβαιότητας αποτελούν μερικές από τις πιο σημαντικές λειτουργίες της κοινωνίας στα πολιτικοοικονομικά επίπεδα αναφοράς και ελέγχου της.

Το παρελθόν επηρεάζει το παρόν

Το φαινόμενο όμως της κρίσης στην κοινωνία μας έχει τις ρίζες του πολύ παλαιότερα. Τα κατάλοιπα των χρόνων της σκλαβιάς που επέβαλε ο τουρκικός ζυγός και της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής περιόδου της πατρίδας μας επηρεάζουν τις νεώτερες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και μορφώνουν μιαν αντίληψη καιροσκοπισμού και αδιαφορίας απόλυτα προσαρμοσμένης στο αριβίστικο πνεύμα της εποχής. Η γαλουχημένη από το μακρινό παρελθόν μοιρολατρική νοοτροπία, με τις ωχαδερφιστικές εξάρσεις, διαιωνίζει την αναποφασιστικότητα όσον αφορά τις δυναμικές, τολμηρές προτάσεις εξυγίανσης του θεσμικού μας συστήματος και τις καταβαλλόμενες προσπάθειες αναζωογόνησης των λησμονημένων ηθικών αρχών και αξιών που πρέπει να διέπουν την ανθρώπινη φύση.

Τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα τότε παρουσιάζονται προσαυξημένα τα ίδια σήμερα, προσαρμοσμένα όμως στις νέες κοινωνικές συνθήκες.

Η δογματική προσήλωση των γερασμένων όχι μόνο βιολογικά, αλλά και σε επίπεδο υιοθέτησης και προώθησης, νέων ιδεών και αντιλήψεων πολιτικών ηγεσιών της χώρας δεν τους αφήνει περιθώρια δυναμικής παρέμβασης στο σύστημα για εντοπισμό αδυναμιών και εκπόνηση προγραμμάτων κοινωνικοοικονομικής ανάπτυξης, όπως απορρέουν από τη θεμελίωση ενός λειτουργικά ελεύθερου και δημοκρατικά υπερενισχυμένου κοινωνικού οικοδομήματος.

Οι χαμένες ευκαιρίες εξέλιξης είναι αμέτρητες. η δε εκάστοτε αντιπολίτευση χρεώνεται μόνιμα το βάρος της ευθύνης της μη υλοποίησης κατά την παραμονή της στην εξουσία των αναπτυξιακών εκείνων προγραμμάτων. Ο πολιτικός αμοραλισμός, η αδιαφορία και η αναξιοπιστία είναι από τα πρώτα διαφανή χαρακτηριστικά του αρρωστημένου κοινωνικοπολιτικού μας συστήματος. Οι μεγαλόστομες και πομπώδεις διακηρύξεις περί κοινωνικής πολιτικής και ισότητας μεταθέτουν την υλοποίηση των πόθων και των ελπίδων του λαού κάθε φορά στο μέλλον, δίχως όμως έως σήμερα να έχει εκπληρωθεί τίποτα.

Αποδεικνύεται σήμερα ότι δεν είναι και τόσο εύκολη η επιτυχής υποκατάσταση σε δημιουργικά και ωφέλιμα έργα του ποικιλότροπα διανθισμένου και λάγνου σοσιαλιστικού λεξιλογίου της υποσχεσιολογίας, όπως επίσης και η πιστή τήρηση των αρχών του δημοκρατικού σοσιαλισμού για την ιδεατή εκείνη μορφή ανθρώπινων σχέσεων σε μια υγιή και δημοκρατικά πολυσυμμετοχική κοινωνία του μέλλοντος. Στο πλαίσιο όμως του υπάρχοντος πολιτικού πλουραλισμού είναι αμφίβολο κατά πόσο, μέσα από πιθανή ιδεολογική εμπλοκή του ορθόδοξου μαρξιστικού προτύπου και εγκλωβισμό της έκφρασης των αριστερών πολιτικών δυνάμεων, μπορεί να αποδώσει αποτελεσματικά η οποιαδήποτε σοσιαλιστική στρατηγική διαρθρωτικών αλλαγών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Πάντως, η διεθνής σοσιαλιστική εμπειρία επιβεβαιώνει επίσης ότι οι όποιες σοσιαλιστικές διακηρύξεις περί ουσιαστικότερης συμμετοχής του πολίτη στα κοινά, περί προβλεπόμενης αύξησης της οικονομικής δραστηριότητας και σταδιακής ανόδου του επιπέδου απόδοσης των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας, όπως και περί θέσπισης μιας ορθότερης αναδιανεμητικής εισοδηματικής πολιτικής, με ταυτόχρονη βελτίωση της οικονομικής θέσης των εργαζομένων, κινούνταν μάλλον στο χώρο μιας αισιόδοξης, οραματιστικής ιδεολογίας, με υπερβολική δόση φαντασίας.

Οι καταχρήσεις του δημόσιου χρήματος και οι παρατραπεζικές ρεμούλες μολύνουν τους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας και δυναμιτίζουν κάθε προοπτική ευνοϊκής εξέλιξης στις σχέσεις κράτους – πολίτη. Συχνή είναι και η παρουσία παράνομων συντεχνιακών δυνάμεων, με συμφέροντα άσχετα από εκείνα που επιβάλλουν εθνικοί λόγοι, επιδιώκοντας τη διανομή πλούτου, που δεν έχει όμως παραχθεί από τους ίδιους.

Η παρουσία ενός πελώριου κράτους με κυρίαρχο ρόλο στην ανθρώπινη συμπεριφορά δεν επιτρέπει την ανάπτυξη της συλλογικής δράσης, της μόνης που θα μπορούσε πιθανόν να περιορίσει τον ανασταλτικό ρόλο του κρατικού παρεμβατισμού.

Η διάλυση όμως των θεσμών, ως μέσων για την επιδίωξη κοινωνικά σημαντικών σκοπών, και η καταβαράθρωση των αξιών επεκτείνονται και σε άλλους τομείς της δημόσιας ζωής της χώρας.

Ο εγκλωβισμός της ελευθερίας των συνδικαλιστικών οργανώσεων καταλύει κάθε έννοια ελευθεριότητας της έκφρασης της δημοκρατικής φωνής των εργαζομένων και εμπαίζει τη δημοκρατικότητα της λειτουργίας του θεσμικού οικοδομήματος που προασπίζει τα δικαιώματά τους.

Ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης τελεί σήμερα υπό την ενοχλητική παρουσία και τον ασφυκτικό έλεγχο των κρατικών οργάνων, με αποτέλεσμα κάθε προσπάθεια για οικονομική αυτοδυναμία, ανεξαρτησία, εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη να θεωρείται μάταιη.

Την ευθύνη επίσης για την δυσλειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης και τη δυσκαμψία στη λήψη αποφάσεων συμπληρώνουν η κακή παροχή υπηρεσιών στον τομέα της Υγείας και η μεταμόρφωση των ελληνικών πανεπιστημίων από κέντρα μετάδοσης επιστημονικών γνώσεων και ανταλλαγής απόψεων σε χώρους άσκησης κομματικής προπαγάνδας.

Οι ευθύνες δεν αφορούν ασφαλώς μόνο την κυβέρνηση. Η μεσοαστική και η μικροαστική υπαλληλική τάξη, με την ιδιότητα του αμεσότερου διαχειριστή δημόσιων υποθέσεων και συνδετικού κρίκου στις σχέσεις εξουσίας – λαού και επιπρόσθετα του οργάνου εκτέλεσης των κυβερνητικών αποφάσεων, είναι εκείνη στην οποία πρέπει να αποδοθούν ευθύνες για τη γραφειοκρατική δυσπραγία και τη μη ορθή μεταβίβαση μηνυμάτων προς υλοποίηση των σχεδίων κεντρικών οργάνων, που αφορούν όλα τα κοινωνικά στρώματα και τις λαϊκές μάζες.

Η αρνητική δικαιολογία αναγωγής της σωρείας των προβλημάτων σε κυβερνητικό και πολιτικό επίπεδο προέρχεται από την άγνοια γύρω από τη διαλεκτική λειτουργία, την οργανωτική διάρθρωση και εν γένει τη συμπεριφορά των κοινωνικών τάξεων, που όχι μόνο δεν συνδράμουν στην κατανόηση της υφής των πραγματικών προβλημάτων, αλλά συνιστούν τροχοπέδη στη δημοκρατικοποίηση του δημόσιου βίου.

«Κοινό καλό»

Στην πληρέστερη κατανόηση του εθνικού συμφέροντος για το «κοινό καλό» βοηθά η απεμπόληση των κεκτημένων, του βολέματος και άλλων κακών συνηθειών που επί χρόνια απολάμβαναν και απολαμβάνουν συγκεκριμένες κατηγορίες πληθυσμού.

Ο σκοπός σήμερα της οικογένειας, βασικού κυττάρου της κοινωνίας, δεν εξαντλείται στη βιολογική αναπαραγωγή, κοινωνική προσαρμογή και εκπαίδευση των τέκνων της, αλλά και στην εκπλήρωση του χρέους μεταβίβασης της κοινωνικής, ιστορικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του τόπου από τη μια γενιά στην άλλη.

Οι νέες υγιείς κοινωνικοπολιτικές δομές, που θα διασφαλίσουν την ανάπτυξη και την πρόοδο, είναι συνάρτηση της ορθότητας της λειτουργίας μιας «κοινωνικής δημοκρατίας», που αποδέχεται την ευγενή άμιλλα, σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και προστατεύει τον πολίτη.

Η πιο ενδεδειγμένη παρατήρηση στην αξιολόγηση της συμπεριφοράς και του ρόλου των πολιτικών κομμάτων στην κοινωνία είναι η ανάγκη αφιέρωσης περισσότερου χρόνου σε κριτικές αναλύσεις των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των κοινωνικών τάξεων και ομάδων, όπως και των ιδεολογικών κατευθύνσεων που αναφύονται σε αυτές, από το να διαιωνίζουν το φανατισμό στα μέλη τους, που εκδηλώνεται με συνθήματα ταξικού μίσους και κομματικών διωγμών. Η αντικατάσταση των πιστοποιητικών καλής κομματικής συμπεριφοράς με τη συνέπεια και την υπευθυνότητα στο χώρο εργασίας και την αταλάντευτη πίστη στους θεσμούς που κληθήκαμε να υπηρετήσουμε καθορίζει το βαθμό αισιοδοξίας, που πιθανόν δικαιολογείται στο μέλλον.

Όμως η εντεινόμενη σημερινή κοινωνικοπολιτική κρίση ηθών συσπειρώνει την πλειονότητα των καθαρά κοινωνικών τάξεων σε αναζήτηση υποβολής άμεσων προτάσεων και λύσεων από τα υπεύθυνα πολιτικά κόμματα, που θα αποτελέσουν την αφετηρία ενός νέου ξεκινήματος, με στόχους, αυτή τη φορά, συγκεκριμένους.

Επομένως, η προτεινόμενη διέξοδος από την κρίση απαιτεί, με τη συμμετοχή ασφαλώς όλων των πολιτικών δυνάμεων, συναινετικές διαδικασίες, που όμως δεν μπορούν με κανένα τρόπο να στηριχθούν στη σημερινή δομή λειτουργίας του εργατικού – λαϊκού κινήματος και των διεκδικήσεών του μέσω των εκπροσώπων του.

Μόνον η ακριβής εκτίμηση του «εθνικού συμφέροντος» στη σωστή απόδοση του και η εγκατάλειψη των ιδιαίτερων συντεχνιακών παρορμήσεων δικαιώνουν διαχρονικά την ιστορική σπουδαιότητα του ρόλου της εργατικής τάξης, και διασφαλίζουν την αντιπροσωπευτική της παρουσία με αγώνες που κατευθύνονται όχι μόνο σε διεκδικήσεις για απλή προστασία της αμοιβής εργασίας των εργαζομένων, αλλά και στη διερεύνηση νέων μεθόδων αναλυτικής προσέγγισης και αντιμετώπισης του φαινομένου της κρίσης στην πολιτική κοινωνία μας. Η συμμετοχή του λαϊκού κινήματος στην επιλογή αποφάσεων κατοχυρώνει απόλυτα τη δημοκρατικότητα των επιλογών της κεντρικής εξουσίας.

Η «πολιτική συναίνεση», που θα προωθήσει τη διαδικασία ουσιαστικών αλλαγών, αποτελεί πρόκληση για κάθε δημοκρατική κοινωνία. Η επιτυχής πορεία στο μέλλον είναι συνάρτηση των συναινετικών διαδικασιών που θα ακολουθήσουν η κυβέρνηση και οι άλλοι πολιτικοί οργανισμοί, όπως και του πνεύματος συνδιαλλαγής που θα επικρατήσει. Να τονίσουμε επίσης ότι το μονοπώλιο της συναίνεσης δεν το διεκδικεί μία μόνο τάξη, αλλά όλες.

Σε πρώτη φάση, επιβάλλεται η υιοθέτηση ενός προγράμματος καθορισμού εθνικών στόχων και προτεραιοτήτων, στο οποίο θα υποτάσσονται η κυβέρνηση, τα πολιτικά κόμματα και όλοι οι πολίτες, οποιεσδήποτε και αν είναι οι τάσεις που εκφράζουν. Σε αυτό το πρόγραμμα, μέσα από την αμφισβήτηση της παντοδυναμίας του κράτους και της προσφερόμενης «ανάπηρης» ελευθερίας, θα δίνεται προτεραιότητα στην ανάπτυξη της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και συλλογιστικής σε κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό επίπεδο.

Η διαφοροποίηση των οικονομικών δραστηριοτήτων θα περιλαμβάνει την περιφερειακή ανάπτυξη, το χωροταξικό σχεδιασμό και την επέκταση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας με έμφαση στον πρωτογενή τομέα.

Τα μεγαλύτερα επιτεύγματα και οι σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις στην πολιτική ιστορία της ανθρωπότητας προέκυψαν μέσα από την ανεμπόδιστη, ελεύθερη και δημιουργική ανθρώπινη δράση. Η συμφιλίωση, σε αυτή τη φάση, όλων των πολιτικών δυνάμεων στην από κοινού προώθηση και την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων της χώρας είναι εθνική ανάγκη. Αυτό που πρέπει έγκαιρα να αντιληφθούμε όλοι, εξουσία και λαός, είναι ότι η υλοποίηση οιουδήποτε προγράμματος ανόρθωσης της οικονομικής ζωής της χώρας (αποκλιμάκωση πληθωρισμού, αντιμετώπιση ανεργίας, τακτοποίηση ελλειμμάτων) ενέχει λιγότερες δυσκολίες από εκείνες που συναντώνται για την αποκατάσταση φθαρμένων κοινωνικών και πολιτικών θεσμών. Και, ως εκ τούτου, η προτεραιότητα στην επαναλειτουργία και την αναζωογόνηση αυτών των θεσμών πρέπει να αποτελεί κύριο μέλημα κάθε δημοκρατικής κυβέρνησης που δεν θέλει να χάσει τη δημοκρατική της φυσιογνωμία.